ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΕΠΑΝΟΡΘΩΣΕΙΣ

- Η Γερμανία, οφείλει στην Ελλάδα πάνω από 70 δις ευρώ, από τον Πόλεμο! Στις 6 Απριλίου 1941 η Γερμανία εισέβαλε ύπουλα στην Ελλάδα, απλώνοντας τη μαύρη σκιά της Ναζιστικής Κατοχής, οδηγώντας πάνω από 600.000 Έλληνες στο θάνατο από πείνα και κακουχίες, ενώ σε 200.000 υπολογίζονται οι νεκροί στο πεδίο του Πολέμου 1940-΄44, μαζί με τους εκτελεσμένους, τα θύματα της Εθνικής Αντίστασης κ.α. Παράλληλα η Γερμανία, που οδήγησε σε τέτοια Γενοκτονία τον Ελληνισμό, κατέστρεψε ολοσχερώς όλες τις υποδομές της Ελλάδας, ενώ απέσπασε με τη βία "δάνειο" από την κατεχόμενη Τράπεζα της Ελλάδος, που ποτέ ως τώρα δεν επέστρεψε! Οι οφειλές της προς τη χώρα μας υπολογίζονται συντηρητικά σε τουλάχιστον 70 δις ευρώ, τα οποία θα μπορούσαν άμεσα να αλλάξουν τη δημοσιονομική και πραγματική εικόνα της Ελλάδος! Στο ποσό αυτό φυσικά δεν περιλαμβάνονται οι αποζημιώσεις που πρέπει να καταβάλει η Γερμανία στους συγγενείς των θυμάτων, που εκτέλεσε, έκαψε ή κατέστρεψε τις περιουσίες τους! Δείτε περισσότερα www.noiazomai.net

Στίγμα Θέσεων

Γιατί η Γνώση είναι Δύναμη και η Επίγνωση=Ελευθερία

Περιμένοντας τους Βαρβάρους

«Τον πτωχόν και πένητα λαόν σήκωσες από... της κοπριάς των Ελληνικών μυσαγμάτων (βδελυγμάτων) και κάθισες αυτόν μετά των αρχόντων του Ισραήλ, τον όντος λαόν αυτού»
Ευσέβιος ευαγγ. προπαρ. / εις τους ψαλμους / αλληλουια. ριβ΄ (23.1352.34) ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗΣ (265-340 μ. Χ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνικοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνικοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24 Φεβ 2010

Διαμάχη ανάμεσα στους όρους "Έλληνες", "Ρωμαίοι" και "Γραικοί"

Ονομασίες των Ελλήνων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Οι Έλληνες ήταν γνωστοί με πολλά διαφορετικά ονόματα στην ιστορία.
Οι πολεμιστές που έπεσαν στις Θερμοπύλες έπεσαν ως Έλληνες, ενώ αιώνες αργότερα όταν κήρυττε ο Ιησούς οποιοδήποτε πρόσωπο μη-εβραϊκής πίστης ήταν ένας Έλληνας.
Ενώ επί του αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου ήταν γνωστοί σαν Ρωμαίοι, και πάντα οι γείτονές τους στη Δύση θα τους έλεγαν Γραικούς, ενώ στην Ανατολή Αλ Ρουμ (Ρωμαίοι).
Η αρχή κάθε ιστορικής εποχής συνοδευόταν από ένα νέο όνομα, είτε απολύτως καινούριο, είτε παλαιό και ξεχασμένο, όνομα από την παράδοση ή δανεισμένο από τους ξένους. Κάθε ένα από αυτά ήταν σημαντικό στην εποχή του και όλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν με αλλαγές, και πιθανότατα γι' αυτό οι Έλληνες είναι ένας πολυώνυμος λαός.

Πίνακας περιεχομένων


Αχαιοί

Στην Ιλιάδα του Ομήρου, οι ελληνικές συμμαχικές δυνάμεις περιγράφονται με τρία διαφορετικά ονόματα: Αργείοι, Δαναοί και Αχαιοί, και όλα με την ίδια έννοια. Από τα παραπάνω ο πρώτος τύπος χρησιμοποιείται 29 φορές, ο δεύτερος 138 και ο τρίτος 598 φορές.[1].
Οι Αργείοι είναι ένας πολιτικός όρος που προέρχεται από την αρχική πρωτεύουσα των Αχαιών, το Άργος. Οι Δαναοί είναι το όνομα που αποδίδεται στη φυλή που εξουσιάζει αρχικά την Πελοπόννησο και την περιοχή κοντά στο Άργος. Αχαιοί ονομάζεται η φυλή που, ενισχυμένη από τους Αιολείς, κυριάρχησε πρώτη στα ελληνικά εδάφη, επικεντρωμένοι γύρω από την πρωτεύουσά τους, τις Μυκήνες.

Έλληνες

Κατά την διάρκεια του Τρωικού Πολέμου, οι Έλληνες ήταν μια σχετικά μικρή αλλά δυνατή φυλή στην Φθία της Θεσσαλίας, συγκεντρωμένοι στις πόλεις Άλος, Αλώπη, Τροιχίνα και στο Πελασγικό Άργος[2].
Διάφορες ετυμολογίες που έχουν προταθεί για τη λέξη Έλληνας, αλλά καμία δεν είναι ευρέως αποδεκτή-Σαλ, προσεύχομαι' έλλ, ορεινός' σελ, φωτίζω. Μια πιό πρόσφατη μελέτη συνδέει το όνομα με την πόλη Ελλάς, δίπλα στον ποταμό Σπερχειό, που λεγόταν επίσης Ελλάς στην αρχαιότητα.[3]
Ωστόσο, είναι γνωστό με σιγουριά ότι οι Έλληνες έχουν σχέση με τους Σελλούς, τους ιερείς της Δωδώνης στην Ήπειρο. Ο Όμηρος περιγράφει τον Αχιλλέα να προσεύχεται στον Δωδώνιο Δία σαν τον αρχέγονο Θέο: «Βασιλέα Ζευ, φώναξε, Άρχοντα της Δωδώνης, θεέ των Πελασγών, που κατοικούν μακριά, που έχεις τη χειμωνιάτικη Δωδώνη κάτω από την εξουσία σου, όπου οι Ιερείς σου οι Σελλοί κατοικούν γύρω σου με τα πόδια τους άπλυτα και τα καταλύματά τους πάνω στο έδαφος[4]
Ο Πτολεμαίος αποκαλεί την Ήπειρο αρχέγονη Ελλάδα[5] και ο Αριστοτέλης αναφέρει για την ίδια περιοχή ότι ένας αρχαίος κατακλυσμός ήταν πολύ άγριος «στην αρχαία Ελλάδα, μεταξύ της Δωδώνης και του Αχελώου ποταμού [...], τη γη που κατείχαν οι Σελλοί και οι Γραικοί, που αργότερα θα γίνονταν γνωστοί ως Έλληνες», (οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δ' Έλληνες)[6]. Η θέση, συνεπώς, ότι οι Έλληνες ήταν μία φυλή από την Ήπειρο η οποία αργότερα μετανάστευσε προς τα νότια στην Φθία της Θεσσαλίας επαληθεύεται. Η επέκταση μιας συγκεκριμένης λατρείας του Δία στη Δωδώνη, μια τάση των Ελλήνων να σχηματίζουν ακόμη μεγαλύτερες κοινότητες και αμφικτυονίες, καθώς και η αυξανόμενη δημοτικότητα της λατρείας των Δελφών, είχε σαν αποτέλεσμα την επέκταση του ονόματος στην υπόλοιπη ελληνική χερσόνησο, αργότερα πέρα από το Αιγαίο πέλαγος, στην Μικρά Ασία και τελικά προς δυσμάς στη Σικελία και τη νότια Ιταλία, οι οποίες ήταν γνωστές με τον όρο Μεγάλη Ελλάδα.
Η λέξη Έλληνες με την ευρύτερη σημασία της απαντάται για πρώτη φορά σε μια επιγραφή αφιερωμένη στον Ηρακλή για τη νίκη του στις Αμφικτυονίες [7] και αναφέρεται στην 48η Ολυμπιάδα (584 π.Χ.). Φαίνεται πως παρουσιάστηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και σταδιακά καθιερώθηκε μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ.
Μετά τον πόλεμο εναντίον των Περσών, αναρτήθηκε μια επιγραφή στους Δελφούς για τη νίκη εναντίον των Περσών και υμνεί τον Παυσανία ως τον αρχηγό των Ελλήνων.[8] Η συνείδηση μιας πανελλήνιας ενότητας προωθείτο μέσω θρησκευτικών εκδηλώσεων, με σημαντικότερη τα Ελευσίνια Μυστήρια, στην οποία οι μυημένοι έπρεπε να μιλούν ελληνικά, και βέβαια μέσω της συμμετοχής στους τέσσερις Πανελλήνιους Αγώνες, όπως ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Απαγορευόταν η συμμετοχή στις γυναίκες και στους μη-Έλληνες. Ορισμένες εξαιρέσεις σημειώθηκαν πολύ αργότερα, όπως για παράδειγμα για τον Αυτοκράτορα Νέρωνα και ήταν αδιαμφισβήτητα ένδειξη της ρωμαϊκής ηγεμονίας.
Η ανάπτυξη μυθολογικών γενεαλογιών από επώνυμους ιδρυτές, πολύ αργότερα μετά τη μετανάστευση προς τα νότια Αχαιών, Ιώνων, Αιολέων και Δωριέων, επηρέασε το πώς αντιμετωπίζονταν οι βορειότερες φυλές. Κατά τον Τρωικό Πόλεμο, οι Ηπειρώτες, οι Μολοσσοί και οι Μακεδόνες δε θεωρούνταν Έλληνες, καθώς οι λαοί με αυτές τις ονομασίες δεν ήταν τότε παρά μια μικρή φυλή στη Θεσσαλία, μέλος της οποίας ήταν ο Αχιλλέας. Ωστόσο, ακόμα κι όταν η ονομασία επεκτάθηκε, καλύπτοντας όλους τους λαούς νότια του Ολύμπου, οι βορειότεροι λαοί με τις ίδιες ρίζες δεν αποκαλούνταν έτσι. Ένας λόγος ήταν η άρνησή τους να συμμετάσχουν στους Περσικούς Πολέμους. Ωστόσο, αντιπρόσωποι των φυλών αυτών είχαν γίνει δεκτοί στους Ολυμπιακούς Αγώνες και διαγωνίστηκαν μαζί με άλλους Έλληνες.[9] Ο Θουκυδίδης αποκαλεί βαρβάρους τους Ακαρνάνες, τους Αιτωλούς[10], τους Ηπειρώτες[11] και τους Μακεδόνες[12], αλλά το επιχειρεί σε καθαρά γλωσσικό πλαίσιο. Όταν ο ρήτορας Δημοσθένης αποκαλεί τους Μακεδόνες χειρότερους από βαρβάρους στον Γ' Φιλιππικό, το κάνει με σεβασμό στον πολιτισμό τους, ο οποίος απλώς δε συμβαδίζει με τα κοινά ελληνικά πρότυπα. Από την άλλη πλευρά, ο Πολύβιος θεωρεί τις φυλές της δυτικής Ελλάδας, Ηπείρου και Μακεδονίας αμιγώς ελληνικές.[13]

Έλληνες και Βάρβαροι

Στους επόμενους αιώνες, ο «Έλληνας» απέκτησε ευρύτερη έννοια, συμβολίζοντας όλους τους πολιτισμένους, ενώ το αντίθετο, «βάρβαρος», αντιπροσώπευε τους απολίτιστους.
Το πρώτο πράγμα που οι ελληνικές φυλές παρατήρησαν ήταν το γεγονός της διαφορετικότητας στην ομιλία με τους γειτονικούς λαούς. Στο γεγονός αυτό βασίζεται ουσιαστικά και ο χαρακτηρισμός βάρβαρος ("barbarian"), ο ομιλών ξενική γλώσσα ως προς τους Έλληνες. Ο όρος «βάρβαρος» θεωρείται ότι προέρχεται από τη προσπάθεια απόδοσης της ξενικής αυτής ομιλίας, βάσει της ερμηνείας των παραγόμενων ήχων (bar-bar), που έφτανε στα αυτιά των διαφόρων ελληνικών φυλών ως κάποιο είδος ψευδισμού.[14] Αυτό αλήθευε και για τους Αιγύπτιους, που, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, αποκαλούσαν βαρβάρους όλους όσοι μιλούσαν διαφορετική γλώσσα[15], και για τους Σλάβους πιο πρόσφατα, οι οποίοι αποκαλούσαν τους Γερμανούς με το όνομα nemec, που σημαίνει τραυλός [16]. Ο Αριστοφάνης στους Όρνιθες αποκαλεί τον αγράμματο επιστάτη βάρβαρο, ο οποίος όμως έμαθε στα πουλιά να μιλάνε [17]. Τελικά, ο όρος επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον τρόπο ζωής των ξένων, ταυτίστηκε δηλαδή με τους όρους "αγράμματος" ή «απολίτιστος». Έτσι, «ένας αγράμματος άνθρωπος είναι κι αυτός βάρβαρος» [18]. Σύμφωνα με το Διονύσιο της Αλικαρνασσού, ένας Έλληνας διέφερε από ένα βάρβαρο σε τέσσερα σημεία: εκλεπτυσμένη γλώσσα, εκπαίδευση, θρησκεία και νόμους [19]. Η ελληνική εκπαίδευση έγινε συνώνυμη με την ευγενή ανατροφή. Ο Απόστολος Παύλος το θεωρούσε υποχρέωσή του να κηρύξει σε όλους τους λαούς το Ευαγγέλιο, «Έλληνες και βαρβάρους, σοφούς και ανόητους» [20].
Η διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους διήρκεσε μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ. Ο Ευριπίδης θεωρούσε λογικό να κυριαρχήσουν οι Έλληνες στους βαρβάρους, γιατί οι πρώτοι προορίζονταν για ελευθερία, ενώ οι δεύτεροι για σκλαβιά [21]. Ο Αριστοτέλης κατέληξε στο συμπέρασμα πως "η φύση ενός βαρβάρου κι ενός δούλου είναι ένα και το αυτό" [22]. Η φυλετική διαφοροποίηση άρχισε να ξεθωριάζει με τη διδασκαλία των Στωικών, που δίδασκαν πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στο Θεό κι έτσι από τη φύση τους δεν μπορεί να υπάρχει ανισότητα μεταξύ τους. Με τον καιρό, η ονομασία Έλληνας έγινε σημάδι διανόησης κι όχι καταγωγής, όπως είπε κι ο Ισοκράτης.
Οι κατακτήσεις του Μεγάλου ΑΛεξάνδρου έφεραν την ελληνική επιρροή στην Ανατολή, "εξάγοντας" τον ελληνικό πολιτισμό και μεταβάλλοντας την εκπαίδευση και τις κοινωνικές δομές των περιοχών αυτών.    Ο Ισοκράτης ανέφερε στον Πανηγυρικό του: "οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας δοκείν είναι" [23]. Ο Ελληνιστικός πολιτισμός είναι η εξέλιξη του κλασικού αρχαιοελληνικού πολιτισμού με παγκόσμιες προοπτικές. Παρομοίως, η ονομασία Έλληνας εξελίχτηκε από μια εθνική ονομασία σε έναν πολιτιστικό όρο, που υποδήλωνε κάποιον που διήγαγε τη ζωή του σύμφωνα με τα ελληνικά ήθη.

Γραικοί

Το Σολέτο είναι μια από τις εννιά ελληνόφωνες πόλεις στην επαρχία της Απουλίας, στην Ιταλία. Οι κάτοικοι είναι απόγονοι του πρώτου κύματος του Ελληνικού Αποικισμού στην Ιταλία και τη Σικελία τον 8ο αιώνα π.Χ.. Η διάλεκτος που χρησιμοποιούν προέρχεται από την Δωρική των πρώτων αποίκων, αλλά αναπτύχθηκε ξεχωριστά από την Ελληνιστική Κοινή. Οι ίδιοι οι κάτοικοι αποκαλούνται Grekos, από το λατινικό Graecus, και θεωρούν τους εαυτούς τους Έλληνες.
Η σύγχρονη αγγλική λέξη Greek προέρχεται από τη λατινική Graecus, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την ελληνική Γραικός, το όνομα μιας φυλής Βοιωτών που μετανάστευσε στην Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ.. Με αυτό το όνομα ήταν γνωστοί οι Έλληνες στη Δύση. Ο Όμηρος, κατά την απαρίθμηση των Βοιωτικών δυνάμεων στην Ιλιάδα (Κατάλογος των Νηών), παρέχει την πρώτη γραπτή αναφορά για μια πόλη της Βοιωτίας με το όνομα Γραία[24] και ο Παυσανίας αναφέρει ότι Γραία ήταν το όνομα της αρχαίας πόλης της Τανάγρας. [25] Η Κύμη, μια πόλη δυτικά της Νεάπολης και νότια της Ρώμης, ιδρύθηκε από Κυμείς και Χαλκιδείς, καθώς και κατοίκους της Γραίας. Στην επαφή τους με τους Ρωμαίους ίσως και να οφείλεται η λατινική ονομασία Graeci για όλες τις ελληνόφωνες φυλές.
Ο Αριστοτέλης, η αρχαιότερη πηγή που αναφέρεται η λέξη αυτή, δηλώνει ότι ένας φυσικός κατακλυσμός "σάρωσε" την κεντρική Ήπειρο, μια περιοχή της οποίας οι κάτοικοι αποκαλούνταν Γραικοί κι αργότερα ονομάζονταν Έλληνες[26]. Στη Μυθολογία, ο Γραικός είναι ξάδερφος του Λατίνου και η λέξη μάλλον σχετίζεται με τη λέξη γηραιός, που ήταν ο τίτλος των ιερέων της Δωδώνης. Ονομάζονταν επίσης Σελλοί, κάτι που δείχνει τη σχέση μεταξύ των δυο βασικών ονομασιών των Ελλήνων. Η επικρατούσα θεωρία για τον αποικισμό της Ιταλίας είναι ότι τμήμα κατοίκων της Ηπείρου διέσχισαν τη Δωδώνη και μετοίκησαν στη Φθία και έγιναν γνωστοί ως Έλληνες, η φυλή που οδήγησε στην Τροία ο Αχιλλέας. Οι υπόλοιποι κάτοικοι αναμείχθηκαν με άλλες φυλές που κατέφτασαν αργότερα, χωρίς όμως να χάσουν το όνομά τους. Από εκεί ταξίδεψαν δυτικά προς την Ιταλία, πριν καταφτάσει το πρώτο κύμα αποικισμού στη Σικελία και την Κάτω Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ.

Ίωνες

Στην Ανατολή, καθιερώθηκε ένας εντελώς διαφορετικός όρος. Οι αρχαίοι λαοί της Μέσης Ανατολής αναφέρονταν στους Έλληνες ως Yunan, από την περσική λέξη Γιαουνά (Yaunâ), η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την ελληνική Ιωνία, δηλαδή τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., οι Πέρσες κατέκτησαν την ιωνική φυλή κι έτσι η ονομασία αυτή επεκτάθηκε για όλους τους Έλληνες.
Οι αρχαιότερες αναφορές στους Yaunâ βρίσκονται στις αυτοκρατορικές επιγραφές της δυναστείας των Αχαιμενιδών. Η πρώτη από αυτές (520 π.Χ.) είναι επιγραφή του Δαρείου Α' στο Behistun[1]. Σε άλλη επιγραφή του Δαρείου Α', στο Naqš-i Rustam[2], αναφέρονται οι Yaunâ με το ασπιδοειδές καπέλο. Αυτή η ονομασία προέρχεται από τη χρήση της καυσίας, δηλαδή του μακεδονικού πλατύγυρου καπέλο για τον ήλιο (παραλλαγής του πέτασου), και υπονοεί τους Μακεδόνες[3]. Επίσης, μια επιγραφή του Ξέρξη στην Περσέπολη και τις Πασαργάδες μιλάει για Yaunâ, κοντά και πέρα από τη θάλασσα[4].
Όλοι οι λαοί υπό την περσική κυριαρχία υιοθέτησαν αυτό τον όρο και από εκεί προέρχεται η σανσκριτική λέξη Γιαβάνα, που συναντά κανείς σε αρχαία σανσκριτικά κείμενα, κι αργότερα αναφέρεται στους Έλληνες των ελληνιστικών βασιλείων της Ινδίας, καθώς και οι λέξεις Yona στη γλώσσα Πάλι και Yonaka (όρος με τον οποίο αυτοχαρακτηρίζονταν οι Έλληνες της Βακτρίας). Ο όρος Yunan (युनान) χρησιμοποιείται σήμερα στα τουρκικά, τα αραβικά (يوناني), τα περσικά, τα αζερικά, τα ινδικά Χίντι (यूनान) και τις γλώσσες Μαλάι (Ινδονησία, Μαλαισία κα).

Αλλοίωση της σημασίας του «Έλληνα»

Η ονομασία Έλληνας απέκτησε μια εντελώς θρησκευτική σημασία στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες μέχρι και το τέλος της πρώτης χιλιετίας, διάστημα κατά το οποίο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Καίρια ήταν η επαφή με τον Ιουδαϊσμό, καθώς κληροδότησε τη θρησκευτική διαφοροποίηση των ανθρώπων. Οι Εβραίοι, όπως κι οι Έλληνες, διαφοροποιούσαν εαυτούς από τους ξένους, αλλά με θρησκευτικά κι όχι πολιτιστικά κριτήρια.
Με την κατάκτηση των Ελλήνων από τη Ρώμη, όπως οι Έλληνες θεωρούσαν βαρβάρους όλους τους απολίτιστους λαούς, έτσι κι οι Εβραίοι θεωρούσαν όλους τους παγανιστές goyim (άπιστους, κυριολεκτικά "έθνη"). Η θρησκευτική αυτή διάκριση υιοθετήθηκε από τους πρώτους Χριστιανούς κι έτσι αναφέρονταν σε όλους τους παγανιστές ως Έλληνες.
Ο Απόστολος Παύλος στις Επιστολές του χρησιμοποιεί την ονομασία Έλληνας σχεδόν πάντα σε σχέση με την ονομασία Εβραίος, πιθανότατα με σκοπό να αντιπροσωπεύσει το σύνολο των δυο θρησκευτικών κοινοτήτων [27]. Ο Έλληνας χρησιμοποιείται με θρησκευτική σημασία για πρώτη φορά στην Καινή Διαθήκη, στο Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον [28]. Καθαρά θρησκευτική σημασία έφτασε να κατέχει ο όρος κατά το 2ο ή 3ο αιώνα μ.Χ. Ο Αθηναίος Aριστείδης αναφέρεται στους Έλληνες σαν έναν από τους αντιπροσωπευτικούς παγανιστικούς λαούς, μαζί με τους Αιγύπτιους και τους Χαλδαίους [29]. Αργότερα, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει έναν ανώνυμο Χριστιανό συγγραφέα, που αποκαλούσε τους παραπάνω Έλληνες και μιλούσε για δυο παλιά έθνη κι ένα νέο: το χριστιανικό έθνος [30].
Από τότε και στο εξής, ο όρος δε σήμαινε εθνική καταγωγή ούτε ελληνική εκπαίδευση, αλλά γενικά παγανιστές, ανεξαρτήτου φυλής. Η προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ιουλιανού να επαναφέρει τον παγανισμό απέτυχε και σύμφωνα με τον Πάπα Γρηγόριο Α', "τα πράγματα εξελίχθηκαν υπέρ της Χριστιανοσύνης και η θέση των Ελλήνων επλήγη σοβαρά" [31]. Μισό αιώνα αργότερα, Χριστιανοί διαμαρτύρονται εναντίον του Έπαρχου της Αλεξάνδρειας, κατηγορώντας τον ότι ήταν Έλληνας [32]. Ο Θεοδόσιος Α' προέβη στα πρώτα "νομοθετικά" βήματα εναντίον του παγανισμού, αλλά οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις του Ιουστινιανού προκάλεσαν διώξεις των παγανιστών σε μαζικό βαθμό. Ο Ιουστινιάνειος Κώδικας περιείχε δυο νόμους, που διέτασσαν την ολοκληρωτική καταστροφή του Ελληνισμού, ακόμα και στο δημόσιο βίο. Οι μη-Χριστιανοί θεωρούνταν δημόσια απειλή, κάτι που υποβίβασε ακόμη περισσότερα τη σημασία του Έλληνα. Παραδόξως, σύμφωνα με το λεξικό της Σούδας, ο Τριβωνιανός, ο ίδιος ο νομικός αρμοστής του Ιουστινιανού, ήταν "Έλληνας" [33].

Ρωμαίοι

O Ιερώνυμος Βολφ ήταν ένας Γερμανός ιστορικός του 16ου αιώνα. Δημιούργησε τη Βυζαντινή ιστοριογραφία, για να διακρίνει τη μεσαιωνική Ελληνική από την αρχαία Ρωμαϊκή ιστορία.
Ρωμαίοι είναι η ονομασία με την οποία οι Έλληνες ήταν γνωστοί κατά τον Μεσαίωνα. Ενώ η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εκχριστιανιζόταν, η θρησκευτική αλλοίωση του ονόματος Έλλην ολοκληρώθηκε. Στη διάρκεια εκείνης της περιόδου οι Έλληνες της Αυτοκρατορίας υιοθέτησαν την ονομασία Ρωμαίοι, επειδή η προηγούμενη είχε χάσει την παλαιότερη σημασία της. Έτσι ενώ η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εξελληνιζόταν, το όνομα των Ελλήνων εκρωμαϊζόταν.
Το ξένο δανεικό όνομα αρχικά είχε περισσότερο πολιτική παρά εθνική σημασία, η οποία συνοδοιπορούσε με την οικουμενική ιδεολογία της Ρώμης που φιλοδοξούσε να περικλείσει όλα τα έθνη του κόσμου κάτω από ένα αληθινό Θεό. Μέχρι τις αρχές του 7ου αιώνα, όταν η Αυτοκρατορία ακόμη έλεγχε μεγάλες εκτάσεις και πολλούς ανθρώπους, η χρήση του ονόματος Ρωμαίος πάντα δήλωνε την κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων και ποτέ καταγωγή. Διάφορες εθνότητες μπορούσαν να χρησιμοποιούν τα εθνικά ονόματά τους ή τα τοπωνύμια τους, για να αποσαφηνίζουν την κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων από τη γενεαλογία, γι’ αυτό ο ιστορικός Procopius προτιμά να αποκαλεί τους Βυζαντινούς Εξελληνισμένους Ρωμαίους[34], ενώ άλλοι συγγραφείς χρησιμοποιούν Ρωμαιοέλληνες και Ελληνορωμαίοι[35], αποβλέποντας στο να δηλώσουν καταγωγή και κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων συγχρόνως. Οι εισβολές των Λομβαρδών και των Αράβων τον ίδιο αιώνα είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια των περισσότερων επαρχιών, συμπεριλαμβανομένων και της Ιταλίας και όλης της Ασίας, εκτός από την Ανατολία. Οι περιοχές που διατηρήθηκαν ήταν κυρίως ελληνικές, μετατρέποντας έτσι την Αυτοκρατορία σε μια πολύ πιο συνεκτική ενότητα που τελικά εξελίχτηκε σε μια σαφώς ενσυνείδητη ταυτότητα. Διαφορετικά απ’ ότι τους προηγούμενους αιώνες, εκφράζεται μια ξεκάθαρη αίσθηση εθνικισμού στα Βυζαντινά έγγραφα προς το τέλος της πρώτης χιλιετίας μ.Χ.
Η αποτυχία των Βυζαντινών να προστατεύσουν τον Πάπα από τους Λομβαρδούς εξανάγκασε τον Πάπα να αναζητήσει βοήθεια αλλού. Στο αίτημά του απάντησε ο Πιπίνος II από την Ακουϊτανία, τον οποίο είχε ονομάσει "Πατρίκιο", ένα τίτλο που προκάλεσε μια σοβαρή σύγκρουση. Το 772, η Ρώμη έπαψε να μνημονεύει τον αυτοκράτορα που πρώτα κυβερνούσε από την Κωνσταντινούπολη, και στα 800 ο Καρλομάγνος στέφθηκε Ρωμαίος αυτοκράτορας από τον ίδιο τον Πάπα, επίσημα απορρίπτοντας τους Βυζαντινούς ως πραγματικούς Ρωμαίους. Σύμφωνα με τη ερμηνεία των γεγονότων από τους Φράγκους, ο παπισμός κατάλληλα "μετέφερε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική εξουσία από τους Έλληνες στους Γερμανούς, στο όνομα της Μεγαλειότητός του, του Καρόλου".[36] Στο εξής, ένας πόλεμος ονομάτων ξέσπασε γύρω από τα ρωμαϊκά αυτοκρατορικά δικαιώματα. Αδυνατώντας να αρνηθούν ότι υπήρχε ένας αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη, ικανοποιούνταν αποκηρύσσοντας τον ως διάδοχο της ρωμαϊκής κληρονομιάς με το επιχείρημα ότι οι Έλληνες δεν είχαν καμιά σχέση με τη ρωμαϊκή κληρονομιά. Ο Πάπας Νικολάος Α' έγραψε στον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ', "Παύσατε να αποκαλείστε 'Αυτοκράτωρ Ρωμαίων,' αφού οι Ρωμαίοι των οποίων ισχυρίζεστε ότι είστε Αυτοκράτορας, είναι στην πραγματικότητα βάρβαροι, κατά τη γνώμη σας".[37]
Στο εξής, ο αυτοκράτορας στην Ανατολή ήταν γνωστός και μνημονευόταν ως Αυτοκράτωρ Ελλήνων και η χώρα τους ως Ελληνική Αυτοκρατορία, διατηρώντας και τους δύο "Ρωμαϊκούς" τίτλους για τον Φράγκο βασιλιά. Το ενδιαφέρον και των δύο πλευρών ήταν περισσότερο κατ’ όνομα παρά πραγματικό. Καμιά γη δε διεκδικήθηκε ποτέ, αλλά η προσβολή που οι Βυζαντινοί αισθάνθηκαν για την κατηγορία καταδεικνύει πόσο συναισθηματικά συνδεδεμένοι με το όνομα Ρωμαίος ήταν (ρωμαίος). Πραγματικά, ο Επίσκοπος Λιουτπράνδος (Cremon Liutprand), απεσταλμένος της φραγκικής αυλής, φυλακίστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα στην Κωνσταντινούπολη, επειδή δεν αναφέρθηκε στον Ρωμαίο αυτοκράτορα με τον κατάλληλο τίτλο του.[38] Η φυλάκισή του ήταν μια αντεκδίκηση για την επανίδρυση της Ιερής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον βασιλιά του, τον Όθωνα Α'.

Βυζαντινοί

Την εποχή της πτώσης της Ρώμης οι περισσότεροι κάτοικοι της Ανατολής είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούν τους εαυτούς τους Χριστιανούς και, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, είχαν κάποια ιδέα ότι ήταν Ρωμαίοι. Ακόμη κι αν δε συμπαθούσαν τη διακυβέρνησή τους περισσότερο απ' ότι πριν, οι Έλληνες ανάμεσά τους δεν μπορούσαν πλέον να τη θεωρούν ξένη, ότι ασκούνταν από Λατίνους στην Ιταλία. Η ίδια η λέξη Έλλην είχε ήδη αρχίσει να σημαίνει ειδωλολάτρης παρά έναν άνθρωπο ελληνικής φυλής ή που μετείχε στον ελληνικό πολιτισμό. Αντίθετα η συνηθισμένη λέξη για έναν Έλληνα της ανατολής είχε αρχίσει να είναι το Ρωμαίος, το οποίο εμείς οι σύγχρονοι αποδίδουμε ως Βυζαντινός.[39]
Ο όρος "Βυζαντινή Αυτοκρατορία" επινοήθηκε το 1557, έναν αιώνα περίπου μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Γερμανό ιστορικό Ιερώνυμου Βολφ (Hieronymus Wolf), ο οποίος εισήγαγε ένα σύστημα Βυζαντινής ιστοριογραφίας στο έργο του Corpus Historiae Byzantinae, για να διακρίνει την αρχαία Ρωμαϊκή από τη μεσαιωνική Ελληνική ιστορία, χωρίς να στρέψει την προσοχή προς τους αρχαίους προγόνους τους. Αρκετοί συγγραφείς υιοθέτησαν την ορολογία του στη συνέχεια, αλλά παρέμεινε σχετικά άγνωστη. Όταν το ενδιαφέρον αυξήθηκε, οι Άγγλοι ιστορικοί προτιμούσαν να χρησιμοποιούν ορολογία "Ρωμαϊκή" (ο Έντουαρντ Γκίμπον (Edward Gibbon) τη χρησιμοποιούσε με έναν ιδιαίτερα μειωτικό τρόπο)• ενώ οι Γάλλοι ιστορικοί προτιμούσαν να την ονομάζουν "Ελληνική".[40] Ο όρος επανεμφανίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και από τότε έχει κυριαρχήσει πλήρως στην ιστοριογραφία, ακόμη και στην Ελλάδα, παρά τις αντιρρήσεις του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου (ισχυρού Έλληνα ομολόγου του Gibbon) ότι η αυτοκρατορία θα έπρεπε να καλείται "Ελληνική". Λίγοι Έλληνες λόγιοι υιοθέτησαν την ορολογία εκείνη την εποχή, αλλά έγινε δημοφιλής μόνο το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.[41]

Αναβίωση της σημασίας «Έλληνας»

Η είσοδος των Σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη, του Ευγένιου Ντελακρουά, 1840. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους όξυνε τον ελληνικό εθνικισμό και την απέχθεια για τους Λατίνους, κάτι που απεικονίζεται στα έγγραφα της εποχής.
H εξωεκκλησιαστική χρήση της ονομασίας Έλληνας αναβίωσε τον 9ο αιώνα, μετά την έκλειψη του παγανισμού, που δεν ήταν πλέον απειλή για την κυριαρχία του Χριστιανισμού. Ο όρος στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία απέκτησε αρχικά την πολιτισμική του σημασία και μέχρι τον 11ο αιώνα απέκτησε την αρχική του σημασία: του ανθρώπου με ελληνική καταγωγή, συνώνυμου εκείνη την εποχή με τον όρο Ρωμαίος.
Η επανίδρυση του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης στο παλάτι της Μαγναύρας δημιούργησε ενδιαφέρον για την απόκτηση γνώσης, ιδιαίτερα στις ελληνικές σπουδές. Ο Πατριάρχης Φώτιος Α' ενοχλείτο που "οι ελληνικές σπουδές προτιμώνταν αντί των πνευματικών έργων". Ο Μιχαήλ Ψελλός λαμβάνει ως φιλοφρόνηση τα λόγια του Αυτοκράτορα Ρωμανού Γ', ότι "είχε ελληνική ανατροφή" και ως αδυναμία του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ' την έλλειψη ελληνικής εκπαίδευσης [42], ενώ η Άννα Κομνηνή ισχυριζόταν ότι "κατείχε τη σπουδή των Ελληνικών στο μέγιστο βαθμό" [43] και, σχολιάζοντας την ίδρυση ορφανοτροφείου από τον πατέρα της, ανέφερε πως "εκεί μπορούσε να δει κανείς να εκπαιδεύεται ένας Λατίνος, ένας Σκύθης να μελετά ελληνικά, ένας Ρωμαίος να διαβάζει ελληνικά κείμενα κι ένας αγράμματος Έλληνας να μιλάει σωστά ελληνικά" [44]. Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να λεχθεί πως οι Βυζαντινοί ήταν Ρωμαίοι σε πολιτικό επίπεδο αλλά Έλληνες στην καταγωγή.
Ο Ευστάθιος ο Θεσσαλονικεύς αποσαφηνίζει το διαχωρισμό αυτό στην αναφορά του για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204: στους εισβολείς αναφέρεται με το γενικό όρο Λατίνοι, περιλαμβάνοντας τους συναφείς με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ενώ με τον όρο Έλληνες αναφέρεται στον κυρίαρχο πληθυσμό της αυτοκρατορίας [45].
Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, τονίζεται ο ελληνικός εθνικισμός. Ο Νικήτας Χωνιάτης υπογράμμιζε τα αίσχη των Λατίνων απέναντι στους Έλληνες στην Πελοπόννησο [46]. Ο Νικηφόρος Βλεμμύδης ανέφερε ως "Έλληνες" τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες [47].
Ο δεύτερος Αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης απηύθυνε μια επιστολή στον Πάπα Γρηγόριο Θ' σχετικά με τη "φρόνηση, η οποία επιδαψιλεύει το Ελληνικόν Έθνος". Υποστήριζε ότι η μεταβίβαση της αυτοκρατορικής εξουσίας από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη υπαγορεύθηκε από εθνικούς μάλλον παρά από γεωγραφικούς λόγους και, κατά συνέπεια, δεν ανήκε στους Λατίνους που είχαν καταλάβει την Κωνσταντινούπολη: Η κληρονομιά του Κωνσταντίνου του Μεγάλου μεταβιβάσθηκε στους Έλληνες, έτσι υποστήριζε, και αυτοί μόνοι ήσαν οι κληρονόμοι και διάδοχοί του[48]. Ο γιος του Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις επιθυμούσε σφοδρότατα να προβάλει το όνομα των Ελλήνων, με πραγματικό εθνικιστικό ζήλο. Προέβαλε ως επιχείρημα ότι "η Ελληνική φυλή επικρατεί των άλλων γλωσσών" και ότι "κάθε τομέας φιλοσοφίας και κάθε μορφή γνώσης είναι επινόηση των Ελλήνων... Τι έχετε, εσείς, ώ Ιταλοί, να επιδείξετε;"[49]
Η εξέλιξη του ονόματος ήταν αργή και ποτέ δεν αντικατέστησε πλήρως το "ρωμαϊκό" όνομα. Ο Νικηφόρος Γρηγοράς ονόμασε το ιστορικό έργο του "Ρωμαϊκή Ιστορία".[50] Ο Αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ' Καντακουζηνός, μέγας υποστηρικτής της Ελληνικής παιδείας, στα απομνημονεύματά του αναφέρεται πάντα στους Βυζαντινούς με τον όρο "Ρωμαίοι", εν τούτοις σε μια επιστολή που του απέστειλε ο Σουλτάνος της Αιγύπτου Νάσερ Χασάν μπεν Μοχάμεντ, τον μνημονεύει ως "Αυτοκράτορα των Ελλήνων, Βουλγάρων, Ασάνων, Βλάχων, Ρώσων και Αλανών", όχι όμως των "Ρωμαίων".[51] Τον επόμενο αιώνα ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων υπέδειξε στον Κωνσταντίνο 9ο Παλαιολόγο ότι ο λαός, του οποίου ηγείται, είναι "Έλληνες, όπως πιστοποιεί η φυλή, η γλώσσα και η παιδεία τους"[52], ενώ ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης συνηγορούσε υπέρ της ολοσχερούς αντικατάστασης του όρου "Ρωμαίοι" με τον όρο "Έλληνες" (Greek).[53] Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος τελικά ανακήρυξε την Κωνσταντινούπολη ως το "καταφύγιο των Χριστιανών, ελπίδα και αγάπη όλων των Ελλήνων (Hellenes)".[54]

Διαμάχη ανάμεσα στους όρους "Έλληνες", "Ρωμαίοι" και "Γραικοί"

Μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, ξεκίνησε μια σφοδρή ιδεολογική διαμάχη ανάμεσα στις τρεις διαφορετικές ονομασίες των Ελλήνων. Η διαμάχη αυτή κόπασε για κάποιο χρονικό διάστημα μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά επιλύθηκε οριστικά μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα, μετά την κατάληψη της Μικράς Ασίας από τους Τούρκους.

18 Φεβ 2010

Οταν οι Αιγαίοι έκαναν τέχνη στη Χαναάν

Κυκλαδίτες και Μινωίτες στη Χαναάν; 
Το ερώτημα απαντάται καταφατικά από τον καθηγητή κ. Ασάφ Γιασούρ-Λαντάου,  του Πανεπιστημίου της Χάιφα,
ο οποίος θα μιλήσει με θέμα «Νέα δεδομένα για τον ρόλο της αιγαιακής τέχνης στα ανάκτορα της Μέσης Ανατολής» στις 19 Φεβρουαρίου στην Αρχαιολογική Εταιρεία, στο πλαίσιο των σεμιναρίων Μινωικής Αρχαιολογίας.
Η θέση Τελ Καμπρί στη Δυτική Γαλιλαία, όπου ανεσκάφη ένα ανάκτορο το οποίο χρονολογείται από το 1700- 1550 π.Χ., αποτελεί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος των αρχαιολόγων, καθώς ένα δάπεδό του από διακοσμημένο κονίαμα, καθώς και χιλιάδες κομμάτια από τοιχογραφίες που κατέρρευσαν φέρουν όλα τα στοιχεία της τέχνης που αναπτύχθηκε στο Αιγαίο.
Το Ελ Καμπρί δεν είναι η μοναδική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου εμφανίζονται στοιχεία κυκλαδικά- συγκεκριμένα, υπάρχουν άλλες τρεις-, ωστόσο η αρχαιολογική έρευνα αποκάλυψε ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη, αφού το ανάκτορο καταλαμβάνει έκταση 3.000- 4.000 τ.μ.,
αλλά και την πιο πρώιμη κατά δύο αιώνες (τουλάχιστον) των υπολοίπων.
Η απουσία στοιχείων σχετικών με τη διοίκηση, την αποθήκευση και γενικότερα με την οικονομία των ανακτόρων, όπως είναι γνωστή από τη μινωική Κρήτη, αποτελεί ωστόσο ένα παράδοξο για τους αρχαιολόγους.  (έχει πέσει εδώ εξαφάνιση στοιχείων,!!! για να φανεί Εβραΐκό)
Ενδιαφέρον εξάλλου είναι το γεγονός ότι η τέχνη σε αυτό το κτίριο είναι μόνο αιγαιακή.
Η τοπική τέχνη των Χαναναίων ή Συρίων απουσιάζει εντελώς.
Μένει οι επιστήμονες να δώσουν τις απαντήσεις.
υ.σ: 
Για να καταλάβω, δλδ δεν είναι Έλληνες;;;;  ρε γμτ, πρόβλημα που έχουνε να πούνε ότι είναι Ελληνικά!!! 
Ακου Αιγαιακά, λές και οι αιγαίοι είναι λαός υπαρκτός αλλά μη ελληνικός....όπως οι Χαναναίοι και οι Φιλισταίοι.!!! ή σαν τους φοίνικες.
Όπως τους ινδοευρωπαίους......χαχχχαχαχχαχχαααα.. 
Απλά είναι ταπράμματα.., είχαμε τεράστια πολιτισμική εξάπλωση, αν το παραδεχθούνε.
Τότε οι άλλοι Λαοί είναι για σφαλιάρες και να μας κάνουν τεμενάδες, κι αυτό δεν τους συμφέρει. ειδικά τώρα που μας έχουν γονατίσει στα 4 και μας απαυτώνουν αδιάκοπα.
Εμείς λόγω Χριστιανισμού, πάσχουμε απο εθνική σχιζοφρένεια και φοράμε το επίσημο ένδυμα (στα δεξιά). >>>>>>

16 Φεβ 2010

Η Πτώση του Βυζαντίου - Το Μάθημα που δεν πήραμε

Η Πτώση μιάς Αυτοκρατορίας - Το Μάθημα του Βυζαντίου

The Fall of an Empire - The lesson of Byzantium


The Fall of an Empire-The lesson of Byzantium-Greek Language from east on Vimeo.

Εξαιρετική δουλειά ενός Ρώσου Παπά-Καλόγερου, που αφού μελέτησε την ιστορία, έβγαλε τα συμπεράσματα του, όπως κάθε λογικός άνθρωπος κάνει και γύρισε το Ντοκυμαντέρ αυτό μπάς και ξεστραβωθούμε εμείς εδώ........ που εξακολουθούνε μερικοί ανεγκέφαλοι να λένε "με όρθιο κεφάλι βυζάντιο και πάλι" , τόση ιστορία γνωρίζουν τόσο καταλαβαίνουν !!!
Το παπαδαριό με τους φαναριώτες "αριστοκράτες" 
ξέσκισαν τα υπολοίματα του Ελληνικού Εθνους.
Τα ίδια κόλπα συνεχίζονται και σήμερα με το παπαδαριό και τους πολιτικούς "αριστοκράτες".....
Αμφιβάλετε ότι θα ξανάχουμε σύντομα Νεο-Οθωμανική κατοχή ;;;; 
ως συνέπεια του σφιχτού εναγκαλισμού Εκκλησίας και Κράτους;;;;  !!!!! 

8 Φεβ 2010

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΙΜΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 2o ΑΙΩΝΑ

Δημήτρης Σαραντάκος
Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΙΜΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΑΙΩΝΑ
Ο πρώιμος Χριστιανισμός γεννήθηκε στα Ιεροσόλυμα μετά την σταύρωση του του Ιησού του Ναζωραίου, από μιαν ομάδα μαθητών, τους Αποστόλους (1). Η συνάθροιση (=εκκλησία) των πρώτων πιστών πίστευε ότι ο Ιησούς ήταν ο αναμενόμενος Χριστός (=Μεσσίας) που σταυρώθηκε για να σώσει τους ανθρώπους, αναστήθηκε από τον τάφο του και πως σύντομα, επί των ημερών τους(2), θα επανεμφανιζόταν και θα τους οδηγούσε μαζί του στη βασιλεία του Θεού. Μολονότι οι αντιλήψεις τους αυτές αποτελούσαν για τους Ιουδαίους σκάνδαλο(3), εκείνοι δεν θεωρούσαν ότι ήταν αποστάτες του Ιουδαϊσμού αλλά ότι αντιθέτως εκπροσωπούσαν την αυθεντικότερη μορφή του το δε κήρυγμα του Ιησού συμπλήρωνε και συνέχιζε τη διδασκαλία του Νόμου.
Το παράδοξο είναι ότι, ενώ ο Ιησούς ο Ναζωραίος απέφευγε χαρακτηριστικά όχι μόνο να κηρύττει αλλά και να μπαίνει μέσα σε πόλεις (εκτός από τα Ιεροσόλυμα), οι πρώτες εκκλησίες των πιστών του κατά τον 1ον αιώνα συγκροτήθηκαν αποκλειστικά σε πόλεις: στα Ιεροσόλυμα, τη Σαμάρεια, την Ιόππη και ορισμένες άλλες πόλεις της Παλαιστίνης, στη Δαμασκό και την Αντιόχεια της Συρίας, στη Ρώμη και, μετά τα ταξίδια του Παύλου, σε πολλές πόλεις της Ασίας(4), στους Φιλίππους, τη Θεσσαλονίκη και τη Βέρροια της Μακεδονίας και στην Κόρινθο της Αχαϊας.
Η διάδοση της νέας πίστης έξω από την Παλαιστίνη αποτέλεσε αποφασιστικό βήμα για την διαφοροποίηση της από τον Ιουδαϊσμό. Οι νέες εκκλησίες συγκροτήθηκαν εν μέρει από εξελληνισμένους Ιουδαίους, εν μέρει από Εθνικούς "σεβόμενους", δηλαδή προσήλυτους ή επηρεαζόμενους από τον Ιουδαϊσμό και εν μέρει από ακραιφνείς Εθνικούς και η αναλογία των τελευταίων αυτών συνεχώς μεγάλωνε.
Μετά τον ιουδαϊκό πόλεμο και την καταστροφή των Ιεροσολύμων και του Ναού, η ακτινοβολία των παλαιστινιακών εκκλησιών περιορίστηκε δραματικά(5) και το προβάδισμα πέρασε στις εκτός της Παλαιστίνης εκκλησίες, κυρίως της Αντιόχειας, της Ρώμης και της Εφέσου, που ήταν αποκλειστικά ελληνόφωνες και στις οποίες πλειοψηφούσαν οι εξ Εθνικών προερχόμενοι οπαδοί του Ιησού, που ονομάζονται πλέον Χριστιανοί. Μετά τον ιουδαϊκό πόλεμο επίσης, εμφανίζονται στην παλαιστινιακή ύπαιθρο αραμαιόφωνες αδελφότητες Ναζωραίων, κατά κανόνα φτωχών, που γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ονομάστηκαν εβιωναίοι(6). Με τους εβιωναίους ο Χριστιανισμός επανέρχεται στην ύπαιθρο, αλλά το φαινόμενο είναι πρόσκαιρο και αποτελεί εξαίρεση του κανόνα, που θέλει τον Χριστιανισμό, ως το τέλος του 4ου αιώνα τουλάχιστον, "θρησκεία των πόλεων".
Στο τέλος του 1ου αιώνα ο πρώιμος Χριστιανισμός εξακολουθούσε να είναι ακόμη αδιαμόρφωτος. Συνυπήρχαν σ΄αυτόν αφ΄ενός μεν η ιουδαϊκή εσχατολογία, η προσδοκία του Κριτή και Λυτρωτή Χριστού, που θα ερχόταν από τους ουρανούς σε Δευτέρα Παρουσία, η οποία θα συνοδευόταν με ανάσταση νεκρών και τελική κρίση, αφ΄ετέρου δε η ελληνιστική πνευματολογία και έκσταση, η αντίληψη του Ιησού Χριστού όχι ως Μεσσία αλλά ως μυστηριακής θεότητας, ως πάσχοντος θεού, ο οποίος με το θάνατο και την ανάστασή του λύτρωσε τους ανθρώπους. Ακόμη στον αδιαμόρφωτο πρώιμο Χριστιανισμό συναντούμε και γνωστικές ιδέες, όπως η εκ του Θεού εκπορευομένη Σοφία, ο ρόλος του Σατανά ως θεού του κόσμου τούτου(7) και η φθορά και ματαιότητα της Δημιουργίας(8).
Η σημασία του 2ου αιώνα έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι κατά τη διάρκειά του η νέα πίστη συστηματοποιήθηκε, αποχωρίστηκε οριστικά και τελεσίδικα από τον Ιουδαϊσμό, απέκτησε οργανωτική δομή και ιερατείο, καθώς και ιερά κείμενα γενικής, κατά το πλείστον, αποδοχής. Ταυτόχρονα οι διαφορετικές απόψεις, που εκφράζονταν μέσα στους κόλπους των εκκλησιών, και οι οποίες κατά τον 1ον αιώνα αποτελούσαν σύνηθες φαινόμενο, από τα μέσα του 2ου αιώνα περίπου παύουν να γίνονται ανεκτές και στιγματίζονται ως αιρετικές.
Όσον αφορά τα ιερά κείμενα της νέας πίστης, οι ερευνητές συμφωνούν ότι στις εκκλησίες του 1ου αιώνα, τα μόνα βιβλία που εθεωρούντο ιερά ήταν οι Γραφές, δηλαδή τα βιβλία που σήμερα αποτελούν την Παλαιά Διαθήκη. Υπήρχαν βεβαίως οι συλλογές των Λογίων του Ιησού, κυκλοφορούσαν Επιστολές του Παύλου καθώς και κάποιες Αποκαλύψεις. Από τα βιβλία αυτά μαθαίνουμε για το τι συνέβη μετά τη σταύρωση του Ιησού και τι περίπου εκείνος δίδαξε. Για τα όσα όμως συνέβησαν στους οπαδούς της καινούργιας πίστης μετά το θάνατο του Αποστόλου των Εθνών καθώς και για την ιδεολογία των πρώτων εκκλησιών τους, οι πληροφορίες που έχουμε από πηγές της εποχής εκείνης είναι ελάχιστες.
Μεταξύ των κειμένων που πρέπει να έχουν γραφεί πριν από την καταστροφή των Ιεροσολύμων, (πρώτη ομάδα των αποδιδομένων στον Παύλο Επιστολών, ενδεχομένως η αρχική μορφή της Αποκάλυψης του Ιωάννη, συλλογές με τα Λόγια του Ιησού κ. ά.) και εκείνων που πρέπει να γράφηκαν μετά την καταστολή της επανάστασης του Μπαρ Κοχεβά, (ο Διάλογος και οι Απολογίες του Ιουστίνου, η οριστική μορφή των Ευαγγελίων και των Πράξεων, οι υπόλοιπες Επιστολές που αποδίδονται στον Παύλο, ο Ποιμένας του Ερμά, οι Πράξεις του Πέτρου και του Παύλου κ. ά.) μεσολαβεί ουσιαστικά φιλολογικό κενό, που εν μέρει μόνο καλύπτουν η τελική μορφή της Αποκάλυψης του Ιωάννη, οι Επιστολές του Κλήμεντα Ρώμης, η Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων, η λεγόμενη Επιστολή του Βαρνάβα, οι Επιστολές του Ιγνατίου Αντιοχείας και η Επιστολή του Πολυκάρπου Σμύρνης προς Φιλιππησίους.
Στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε ούτε κατά προσέγγιση τι ακριβώς συνέβη στις εκκλησίες των Χριστιανών κατά το μεγαλύτερο μέρος του 2ου αιώνα(9), κατά το οποίο ήταν σα να βρίσκονταν μέσα σε ένα τούνελ(10) και μόνο από τη μελέτη και τη σύγκριση των κειμένων που προαναφέρω μπορούμε να εικάσουμε ορισμένα πράγματα σχετικώς με την κατάσταση των εκκλησιών κατά την εποχή εκείνη.
Είναι πάντως προφανές ότι τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι εκκλησίες κατά το πρώτο ήμισυ του 2ου αιώνα δεν τα προκαλούσαν εξωτερικές πιέσεις (κρατικές διώξεις ή εχθρότητα των Εθνικών) αλλά εσωτερικές διαμάχες και αντιπαραθέσεις, οι κυριότερες από τις οποίες αφορούσαν: α) τη σχέση Χριστιανισμού - Ιουδαϊσμού, β) την αντιμετώπιση των Γνωστικών και γ) την αντιπαράθεση των λεγόμενων προφητών προς το διαμορφούμενο χριστιανικό ιερατείο.
Αναφορικά με το πρώτο πρόβλημα, των σχέσεων του Χριστιανισμού με τον Ιουδαϊσμό, αυτό είχε ήδη τεθεί από τον 1ο αιώνα, κυρίως από τον Παύλο. Οι ιουδαϊζοντες Χριστιανοί πίστευαν ότι αντιπροσώπευαν την καθαρότερη μορφή του Ιουδαϊσμού και ότι η διδασκαλία του Ιησού αποτελούσε συνέχεια και συμπλήρωση του Νόμου. Αντίθετα ο Παύλος και όσοι ακολούθησαν τις απόψεις του ήθελαν να απομακρυνθούν από τις ιουδαϊκές αντιλήψεις και αναπόφευκτα ήρθαν σε αντιπαράθεση με την εκκλησία των Ιεροσολύμων, όπου κυριαρχούσε το ιουδαϊζον πνεύμα. Ο Σίμων - Πέτρος ή Κηφάς, παλιός μαθητής του Ιωάννη του Βαπτιστή και εν συνεχεία του Ιησού, ήταν ο ηγέτης της ιουδαϊζουσας τάσης και μολονότι ήταν άνθρωπος σχετικά διαλλακτικός και πράος, θεωρούσε τον Παύλο ως τον υπ΄αριθμό ένα εχθρό της αληθινής θρησκείας(11), έπαψε όμως να υπάρχει ή τουλάχιστον να δρα στα Ιεροσόλυμα και την Αντιόχεια από πολύ νωρίς(12). Ο Ιάκωβος ο λεγόμενος Μικρός ή Αδελφόθεος, που τον διαδέχθηκε, άνθρωπος εμπαθής και αδιάλλακτος, που υπέβλεπε ήδη τον Πέτρο, ήρθε σε ανοιχτή σύγκρουση με τον Παύλο(13).
Τα κείμενα των αρχών του 2ου αιώνα αντικατοπτρίζουν τις αντιπαραθέσεις αυτές. Η Αποκάλυψη του Ιωάννη είναι σαφώς εχθρική προς τα παύλεια κηρύγματα ενώ οι επιστολές του Ιγνατίου έχουν γραφεί "υπό την σκιά του Παύλου"(14) και απηχούν τις απόψεις του, όπως και η λεγόμενη Επιστολή του Βαρνάβα(15) και η Επιστολή του Πολυκάρπου Σμύρνης προς Φιλιππησίους. Εξ άλλου η Α΄προς Κορινθίους Επιστολή του Κλήμη Ρώμης και η Διδαχή των Αποστόλων, προσπαθούν να συμβιβάσουν κατά κάποιον τρόπο τις δύο τάσεις και ενδεχομένως να αντιπροσώπευουν κάποια τρίτη ελληνιστική τάση μεταξύ των πρώτων πιστών, παράλληλη με τους ιουδαϊζοντες και τους οπαδούς του Παύλου(16).
Το δεύτερο κατά σειρά σπουδαιότητας πρόβλημα ήταν η αντιμετώπιση των απόψεων των Γνωστικών. Οι Γνωστικοί προϋπήρξαν του Χριστιανισμού και ο πρώτος Γνωστικός με τον όποίον ήρθαν σε επαφή και εν συνεχεία σε αντιπαράθεση οι Απόστολοι ήταν ο Σίμων, ο λεγόμενος Μάγος, στη Σαμάρεια, ο οποίος για μικρό διάστημα είχε γίνει μέλος της εκεί εκκλησίας(17). Μαθητής του ήταν ο Μένανδρος. Στις αρχές του 2ου αιώνα στην Αντιόχεια προπαγάνδιζαν τις απόψεις των Γνωστικών ο Σατουρνίλος, μαθητής του Μενάνδρου και κυρίως ο Βασιλείδης, ο οποίος αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο, όπου έγραψε 24 βιβλία σχολιάζοντας τα πρώτα χριστιανικά κείμενα. Από τα βιβλία των Γνωστικών ελάχιστα έφτασαν ως εμάς. Μερικά από αυτά βρέθηκαν το 1945 στο Ναγκ Χαμμάντι (το αρχαίο Χηνοβόσκιο) της Αιγύπτου. Τα σπουδαιότερα γνωστικά κείμενα είναι η Πίστις Σοφία, τα Ευαγγέλια του Φιλίππου, των Αιγυπτίων και του Θωμά, το Απόκρυφο Ευαγγέλιο του Ιωάννη και άλλα, τα οποία μπορεί να θεωρηθούν περισσότερο γνωστικά παρά χριστιανικά κείμενα, γνωστικές όμως αντιλήψεις έχουν παρεισφρύσει και στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο καθώς και στην προς Κολοσσαείς Επιστολή του Παύλου.
Οι Γνωστικοί θέλοντας να εξηγήσουν την αντίφαση που απασχολούσε (και απασχολεί) κάθε θρησκευόμενο άνθρωπο, πώς είναι δηλαδή δυνατόν ο πανάγαθος Θεός να ανέχεται να βασανίζονται τα πλάσματά του από το Κακό, κατέληξαν να πιστέψουν ότι πως υπάρχουν δύο θεοί: ο κακός θεός-δημιουργός, που έπλασε αυτόν τον κόσμο, τον κόσμο της ύλης και του σκότους και ο οποίος είναι υπεύθυνος για όλα τα κακά και τις δυστυχίες που δυναστεύουν τους ανθρώπους και ο υπέρτερος αγαθός θεός του φωτός, ο οποίος όμως είναι άγνωστος και απρόσιτος στους ανθρώπους, στους οποίους γίνεται γνωστός με τη βοήθεια απεσταλμένων του.
Εξ αιτίας της διδασκαλίας του Βασιλείδη, του Βαλεντίνου και του Καρποκράτη οι πρώτοι Χριστιανοί της Αιγύπτου ήταν επηρεασμένοι βαθειά από τον γνωστικισμό, σχεδόν ως το τέλος του 2ου αιώνα. Αλλά και στη Ρώμη η επίδραση του Γνωστικισμού στους πρώτους Χριστιανούς ήταν μεγάλη. Μετά τον Βαλεντίνο στη Ρώμη κήρυξε και μια μαθήτρια του Καρποκράτη, η Μαρκελλίνα και κατόπιν έφτασε εκεί ο Μαρκίων, πλούσιος χριστιανός και μάλιστα παιδί πρεσβυτέρου, ο οποίος όμως εκδιώχθηκε από την Εκκλησία του Πόντου γιατί παραβίασε τις εντολές της. Πήγε στη Ρώμη, όπου αφ’ ενός μεν προσπάθησε να συγκεντρώσει τα πρώτα χριστιανικά κείμενα σε μία κοινώς αποδεκτή συλλογή, δημιουργώντας τον πρώτο γνωστό Κανόνα, αφ’ ετέρου δε επεδίωξε να συγκεράσει τις γνωστικές με τις χριστιανικές αντιλήψεις. Ο Μαρκίων, όπως και οι λοιποί Γνωστικοί, απέρριπταν ολόκληρον τον Ιουδαϊσμό και τις Γραφές (Παλ. Διαθήκη) και απέκρουαν την αγαπητική σχέση του Θεού με τον κόσμο και την ιστορία(18).
Οι ηγέτες των χριστιανικών εκκλησιών κατάλαβαν από την αρχή ότι οι γνωστικές αντιλήψεις αντιπροσώπευαν για τη νέα πίστη μέγιστο κίνδυνο και ότι η απόρριψη του Ιουδαϊσμού και της Παλαιάς Διαθήκης θα στερούσε το Χριστιανισμό από το πιο στέρεο θεμέλιό του, ανοίγοντας το δρόμο στην ερμηνεία του όχι με βάση τις ιουδαϊκές απόψεις, τις οποίες δέχονταν ο Ιησούς και οι Απόστολοι, αλλά με υπόβαθρο τις ελληνιστικές παραδόσεις(19). Γιαυτόν ακριβώς το λόγο όλα τα χριστιανικά κείμενα των αρχών του 2ου αιώνα είναι απεριφράστως εχθρικά προς τους Γνωστικούς(20), ο δε Πολύκαρπος Σμύρνης σε μεγάλη ηλικία ταξίδεψε ως τη Ρώμη για να αντικρούσει τις απόψεις του Μαρκίωνα.
Το τρίτο πρόβλημα, η αντιπαράθεση προφητών και ιερατείου, δημιουργήθηκε από την προϊούσα χαλάρωση της αυστηρότητας των ηθών, η οποία χαρακτήριζε τη ζωή των πρώτων πιστών. Οι Απόστολοι και οι οπαδοί τους, που συγκρότησαν την πρώτη εκκλησία στα Ιεροσόλυμα, ήταν βέβαιοι πως η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θα γινόταν επί των ημερών τους και θα τον υποδέχονταν οι ίδιοι(21). Το ενδεχόμενο αυτό γέμιζε τις ψυχές τους με κατάνυξη, προσδοκία αλλά και τρόμο και σε σημαντικό βαθμό συντελούσε στην διατήρηση των αυστηρών ηθών τους. Πολλές φορές οδηγούσε στην αφιέρωση των περιουσιών τους στην εκκλησία.
Καθώς οι δεκαετίες περνούσαν και η προοπτική της Δευτέρας Παρουσίας έδειχνε πως απομακρυνόταν διαρκώς προς το μέλλον, κάποιοι άρχισαν να αμφιβάλουν για την αξιοπιστία της υπόσχεσης αυτής, υπόσχεσης που την απέδιδαν στον ίδιο τον Ναζωραίο(22). Η αμφιβολία αυτή είχε πρωτοεκδηλωθεί στα μέσα του 1ου αιώνα, ενώ ζούσε ακόμα ο Παύλος, στη Θεσσαλονίκη, όταν άρχισαν να πεθαίνουν κάποια μέλη της εκκλησίας που είχε ιδρύσει εκεί, χωρίς φυσικά να δούνε τη Δευτέρα Παρουσία. Τότε οι πιστοί έγραψαν στον Παύλο ρωτώντας τον αν και οι αποθανόντες θα συμπεριληφθούν στους σωσμένους. Εκείνος θεώρησε το θέμα πολύ σοβαρό και του αφιέρωσε μεγάλο μέρος μιας επιστολής του(23). Κατά τα επόμενα πενήντα χρόνια άρχισε βαθμιαία να διαμορφώνεται η πεποίθηση ότι ο Χριστός δε θα επανεμφανιζόταν επί των ημερών τους αλλά όταν θα συμπληρωνόταν χιλιετία, ή όταν θα γίνονταν όλοι οι κάτοικοι του πλανήτη Χριστιανοί ή όταν θα έπαυαν να υπάρχουν Εβραίοι(24).
Η οριστική μετάθεση της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού στο απώτατο μέλλον, είχε σαν επακόλουθο τη χαλάρωση των ηθών των Χριστιανών και την επανεμφάνιση και σ΄αυτούς των αδυναμιών και των ελαττωμάτων των κοινών ανθρώπων(25). Πολλοί πρεσβύτεροι κατηγορούσαν τους πιστούς της εκκλησίας τους για φιλαργυρία, κακοπιστία, μέθη, μοιχεία και τις γυναίκες για φιλαρέσκεια και ελαφρότητα(26). Οι πλούσιοι Χριστιανοί πολύ συχνά δάνειζαν με τόκο και όλοι τους είχαν δούλους, τους οποίους ουδέποτε σκέφτηκαν να απελευθερώσουν, ακόμα και στις περιπτώσεις που οι δούλοι τους είχαν γίνει Χριστιανοί(27). Βέβαια παρόμοιες περιπτώσεις (να υπάρχουν χριστιανοί δούλοι) ήταν ελάχιστες εκείνη την εποχή(28). Σχεδόν δεν αναφέρονται προσηλυτισμοί δούλων εργαζομένων στα αγροκτήματα και στα ορυχεία, ενώ οικιακοί ή αστικοί δούλοι σε πολύ μικρό ποσοστό προσχώρησαν στη νέα πίστη. Γενικά οι δούλοι, όπως και τα κατώτερα στρώματα του αστικού πληθυσμού, ο όχλος που ζούσε με άρτον και θεάματα, καθώς και το σύνολο σχεδόν των αγροτών ήταν από την αρχή εχθρικοί απέναντι στους Χριστιανούς(29). Το φαινόμενο Χριστιανών δουλοκτητών που ζούσαν ανάμεσα σε πλήθος δούλων, Εθνικών και εχθρικά διατεθειμένων, οι οποίοι σε περιπτώσεις τοπικών διώξεων τους καταγγέλαν στις αρχές, δεν ήταν καθόλου σπάνιο(30).
Όπως ήταν επόμενο σε πολλές εκκλησίες εμφανίστηκαν εκείνοι που αντιδρούσαν σ’ αυτόν το συμβιβασμό των Χριστιανών με τον τρόπο ζωής των Εθνικών. Πολλοί από τους ηγέτες των πρώιμων εκκλησιών, που είχαν τον τίτλο του προφήτη, αντέδρασαν στην προσαρμογή του τρόπου ζωής των πιστών σε όλο και πιο κοσμικά πλαίσια και είτε αυτονομήθηκαν είτε εκδιώχθηκαν από τις εκκλησίες(31). Κάποιοι συγκρότησαν δικές τους ανεξάρτητες κοινότητες και άλλοι συνέχισαν να δρουν μεμονωμένα. Κοινό γνώρισμα όλων αυτών των προφητών ήταν η οργή τους κατά των πιστών που ήθελαν να απολαύσουν τις ανέσεις και την ευμάρεια του κόσμου τούτου και αδιαφορούσαν για την προετοιμασία της μέλλουσας ζωής(32). Στρέφονταν βέβαια κατά των Εθνικών και των Ιουδαίων, αλλά περισσότερο κατηγορούσαν όσους πιστούς ζούσαν βουτηγμένοι στην αμαρτία ή έστω συμβιβασμένοι με τα θέλγητρα και της ανέσεις της ζωής, δεν ήταν δηλαδή ούτε θερμοί ούτε ψυχροί αλλά χλιαροί, και τους απειλούσαν με φοβερές τιμωρίες κατά την ώρα της Κρίσης(33). Πολλοί από τους προφήτες αυτούς, όταν ήταν νέοι, είχαν βιώσει προσωπικά τα δεινά της πολιορκίας των Ιεροσολύμων, ενώ άλλοι είχαν πληροφορηθεί από αυτόπτες μάρτυρες τις συμφορές του ιουδαϊκού πολέμου. Έτσι στα κηρύγματα και στα γραφτά τους, μεταπλάθοντας τον τρόμο μιας τόσο τραυματικής εμπειρίας σε προσδοκία του μέλλοντος, "προφήτευαν" δεινά και τιμωρίες, που στην πραγματικότητα είχαν συμβεί μερικές δεκαετίες παλαιότερα(34).
Η διδασκαλία των προφητών δε διέφερε μόνο από τα επίσημα κηρύγματα των εκκλησιών, τα οποία σε μεγάλο βαθμό απηχούσαν πλέον τις ιδέες που περιείχαν οι Επιστολές του Παύλου, αλλά ήταν ανομοιογενής και ασυστηματοποίητη. Μεταξύ των προφητών υπήρχαν αντιζηλίες και καθένας χαρακτήριζε τους άλλους ψευδοπροφήτες(35). Εκτός από την Αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, που έγραψε ο Ιωάννης, κυκλοφορούσαν και πολλές άλλες, ψευδεπίγραφες, όπως η Αποκάλυψη του Ιακώβου, η Αποκάλυψη του Πέτρου, η Αποκάλυψη του Θωμά, ακόμα και άλλη παλαιότερη του Ιωάννη, ίσως το αρχικό της κείμενο πριν την ξαναγράψει στην Πάτμο. Όλα αυτά τα κείμενα ήταν γραμμένα αλληγορικά, γεμάτα περικοπές από τις Γραφές και άλλα παλαιότερα θρησκευτικά κείμενα, προφητείες και παρόμοια. Αποτέλεσμα όλης αυτής της σύγχισης ήταν να εμφανιστούν πολύ σύντομα απόψεις και κηρύγματα τελείως διαφορετικά μεταξύ τους.
Συμπερασματικά κατά το μεγαλύτερο μέρος του 2ου αιώνα ουσιαστικά δεν υπήρχε ενιαία και καθολική ορθοδοξία μεταξύ των πρώτων Χριστιανών.
 ----------------------------------------------
1 R. Bultman Ύπαρξη και Πίστη σ.48
2 Πραξ. α΄5-6, Α΄επιστ. Πετρου δ΄7 και Α΄επιστ. Ιωαν. β΄18
3 Α΄Κορ. α΄18-24
4 Εννοείται της επαρχίας της Ασίας, δηλαδή της Δυτ. Μικρασίας
5 Δ. Κυρτάτας Η Αποκάλυψη του Ιωάννη και οι 7 εκκλησίες της Ασίας σ. 131
6 Από το εβραϊκό ebion = φτωχός
7 Ιωαν. ιβ΄31 και Β΄Κορ. δ΄4
8 Ρωμ. η΄19-20
9 Σ. Αγουρίδης Ο Χριστιανισμός μεταξύ Ιουδαϊσμού και Ελληνισμού o.13
10 C.H. Dodd, στο ίδιο
11 στο ίδιο
12 Μετά την τελευταία μνεία στις Πράξεις (ιε΄7-15) δεν αναφέρεται σε κανένα κείμενο της Καινής Διαθήκης
13 Γαλ. Β΄6 και γ΄1-5
14 Σ. Αγουρίδης Ο Χριστιανισμός μεταξύ Ιουδαϊσμού και Ελληνισμού σ. 22
15 Προφανώς το κείμενο αυτό (που χρονολογείται από τα μέσα του 2ου αιώνα) είναι ψευδεπίγραφο.
16 Σ. Αγουρίδης Ο Χριστιανισμός μεταξύ Ιουδαϊσμού και Ελληνισμού σ. 25. 26, 32
17 Ματθ. ις΄27 κ.ε. Πραξεις η΄5
18 Σ. Αγουρίδης Ο Χριστιανισμός μεταξύ Ιουδαϊσμού και Ελληνισμού σ.35
19 Παρεμπιπτόντως σημειώνω ότι παραπλήσιες απόψεις υποστηρίζουν και σήμερα πολλοί αρθρογράφοι του περιοδικού “Δαυλός”
20 Σ. Αγουρίδης Ο Χριστιανισμός μεταξύ Ιουδαϊσμού και Ελληνισμού σ.23
21 Πραξ. α΄5
22 Ε.Ρ. Sanders Το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού σ.292 και σ. 300
23 Α’ Θεσ. Κεφάλαια δ’ και ε’
24 Β΄επιστ. Πετρ. γ΄3-8 και Ε.Ρ. Sanders Το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού σ. 310-312
25 Δ. Κυρτάτας Επίκρισις σ. 208
26 Δ. Κυρτάτας Επίκρισις σ.207
27 Δ. Κυρτάτας Επίκρισις σ. 121-123
28 Δ. Κυρτάτας Επίκρισις σ. 97
29 Δ. Κυρτάτας Επίκρισις σ. 98 και Εμμ. Ροϊδη οι Ρωμαίοι δούλοι και ο Χριστιανισμός
30 Δ. Κυρτάτας Επίκρισις σ. 104
31 Δ. Κυρτάτας Η Αποκάλυψη του Ιωάννη και οι 7 εκκλησίες της Ασίας . σ.126-127 και 135-136
32 Δ. Κυρτάτας Η Αποκάλυψη του Ιωάννη και οι 7 εκκλησίες της Ασίας σ.23, 56, 103, 106
33 Αποκ. γ’16
34 Δ. Κυρτάτας Η Αποκάλυψη του Ιωάννη και οι 7 εκκλησίες της Ασίας σ.99, 103
35 Αποκ. ις’ 13, ιθ’ 20, κ’ 10